listag_607_380_577_324

Μακρύς ο δρόμος για την οικονομία

Ο Νομπελίστας Βρετανός Πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ έλεγε πως «ποτέ μην αφήνεις μια κρίση να πάει χαμένη». Η χρηματοοικονομική κρίση στην Κύπρο ήταν μια κρίση που γεννήθηκε την προηγούμενη πενταετία, πριν το «κούρεμα» του 2013, και ήταν απόρροια άστοχων πράξεων και ενεργειών.
Αλόγιστες δαπάνες και πολιτική τού χουβαρντά από την προηγούμενη Κυβέρνηση εκτόξευσε τις δημόσιες δαπάνες και δημιούργησε «τρύπες» στα δημόσια οικονομικά. Απερίσκεπτες ενέργειες και λανθασμένες αποφάσεις από τραπεζίτες οδήγησαν στον πάτο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Τα τελευταία χρόνια επιχειρήθηκαν και έγιναν πολλά, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σωθεί η οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα, κατ’ εντολή των δανειστών και της Τρόικα που στήριξαν οικονομικά την Κύπρο και επέβαλλαν τις δικές τους συνταγές.
Πιθανότατα χωρίς αυτές τα πράγματα να ήταν χειρότερα, όπως και το γεγονός ότι η Κύπρος έφυγε νωρίτερα από τη στενή εποπτεία της εκ των υστέρων να αποδεικνύεται μια λανθασμένη απόφαση.
Ούτως ή άλλως η εικόνα που παρουσιάζει η κυπριακή οικονομία και τα δημόσια οικονομικά είναι καλύτερη φέτος και τέτοια εκτιμάται και για το 2018, απ’ ό,τι τα τελευταία χρόνια. Ας μην λησμονούμε τις θυσίες που έκανε ο κυπριακός λαός.

Αισιοδοξία, όμως….
Ο πρώτος που δίνει αισιόδοξη νότα για τα της οικονομίας είναι ο Υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης, ο άνθρωπος που στην ουσία ήταν ο διαχειριστής, ή καλύτερα ο γραμματέας της Τρόικα στην Κύπρο. Γιατί ο Υπουργός Οικονομικών ήταν υποχρεωμένος να επιφορτιστεί με το καίριας σημασίας καθήκον να κρατά ένα χαρτί και ένα στυλό και να σημειώνει τις εντολές των δανειστών και να αναλαμβάνει να τις φέρει σε πέρας.
Αυτή τη στιγμή, και με την ευκαιρία της έγκρισης του προϋπολογισμού για το 2018 από το Υπουργικό Συμβούλιο, και σύμφωνα με τα σενάρια που επεξεργάστηκε το Υπουργείο Οικονομικών, το βασικό μακροοικονομικό σενάριο συμπεραίνει ότι «οι προοπτικές της κυπριακής οικονομίας μεσοπρόθεσμα αναμένεται να παραμείνουν ευοίωνες».
Πώς τεκμηριώνεται αυτό το συμπέρασμα; Πρώτο, με την περαιτέρω εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος και τη βελτίωση στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και δεύτερο με τη διατήρηση της ανάπτυξης σε υψηλά επίπεδα.
Η θετική νότα που δίνει το Υπουργείο Οικονομικών εξάγεται μέσα από μια και μοναδική παράγραφο: «Το βελτιωμένο μακροοικονομικό περιβάλλον αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, οι οποίες θεωρούνται κλειδί για την κυπριακή οικονομία. Επιπρόσθετα, η δημοσιονομική πολιτική αναμένεται να συνεισφέρει θετικά στην ανάπτυξη, μέσω αυξημένων δαπανών για δημόσιες επενδύσεις».
Από πλευράς πραγματικής οικονομίας, σύμφωνα με το βασικό μακροοικονομικό σενάριο, εκτιμάται πως το 2018 ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται να ανέλθει γύρω στο 3%, ενώ για τα έτη 2019 και 2020 αναμένεται να κυμανθεί στο 2.7%.
Κίνδυνοι από ΜΕΔ
Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν θετικές προοπτικές. Όμως, σε όλη αυτή τη μάλλον αισιόδοξη εικόνα που γράφουν οι αριθμοί, και που έφερε στην επιφάνεια το Υπουργείο Οικονομικών με τον προϋπολογισμό του 2018, υπάρχει διάχυτη και μια νότα ανησυχίας και προβληματισμού, που δεν πρέπει να περάσει στα ψιλά από κανέναν.
Η κυπριακή οικονομία βρίσκεται ενώπιον δυνητικών κινδύνων αποσταθεροποίησης από το εσωτερικό και το εξωτερικό περιβάλλον.
Για παράδειγμα στο εσωτερικό περιβάλλον:
Πρώτο, υπάρχει έντονη ανησυχία από τις μεγάλες και συνεχείς προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας. Οι προκλήσεις αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το ψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Είναι γνωστό πως τυχόν μη αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και βελτίωση της κερδοφορίας των τραπεζικών ιδρυμάτων αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά την κυπριακή οικονομία μέσω της επιδείνωσης της κεφαλαιουχικής επάρκειας των ιδρυμάτων και της μη παραχώρησης πιστώσεων στην οικονομία.
Δεύτερο, υπάρχει εξίσου σοβαρός προβληματισμός για ενδεχόμενες υποχρεώσεις που δύναται να προκύψουν από δικαστικές υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης στο εξωτερικό και στο εσωτερικό για υποθέσεις σε σχέση με αποφάσεις της Αρχής Εξυγίανσης των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων και αποφάσεις της κυβέρνησης στο πλαίσιο της εφαρμογής μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Τρίτο, από επιβράδυνση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας ή χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής.
Ανησυχία εκ των έξω
Ωστόσο, εξίσου ορατοί είναι και οι κίνδυνοι από το εξωτερικό. Το οικονομικό περιβάλλον στις Η.Π.Α., Ε.Ε. και ευρωζώνη παραμένει ασταθές με επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία. Εκτός από αυτό οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη γύρω περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου προκαλούν συνεχή αβεβαιότητα ενώ η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. αναμένεται να έχει αρνητικό αντίχτυπο και στην οικονομία της Κύπρου.
Άλλες μεγάλες προκλήσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν ή καλύτερα που είναι ορατές, είναι:
• Πιθανές υποχρεώσεις από κρατικές εγγυήσεις προς κρατικές εταιρείες, κρατικούς Οργανισμούς και Τοπική Αυτοδιοίκηση.
• Οι αρνητικές οικονομικές επιδόσεις των οντοτήτων δημοσίου δικαίου, των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα.
Και μια σημαντική παράμετρος που, μέσα στο κλίμα αισιοδοξίας και ευφορίας, υποβαθμίζεται. Σύμφωνα με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), η Κύπρος υπόκειται στο προληπτικό σκέλος εποπτείας, το οποίο διέπεται από κανόνες που ισχύουν για χώρες που δεν βρίσκονται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Να θυμίσουμε ότι το Συμβούλιο (ECOFIN) με απόφασή του τον Ιούνιο 2016 έχει τερματίσει τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος για την Κύπρο.
Η Κομισιόν ανησυχεί
Σύμφωνα με το πρόγραμμα σταθερότητας που υποβλήθηκε στην Κομισιόν, το διαρθρωτικό δημοσιονομικό ισοζύγιο το 2017 υπολογίζεται να είναι πλεονασματικό και να φθάσει στο 0.7% του ΑΕΠ, ενώ το 2018 προβλέπεται να περιοριστεί στο 0.2% του ΑΕΠ.
Όμως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις Εαρινές Προβλέψεις της τον Απρίλιο του 2017, μπορεί να εκτίμησε ότι «για το 2017 ο ρυθμός αύξησης των δημοσίων δαπανών βρίσκεται μέσα στα επιτρεπόμενα όρια του κανόνα, οπόταν η Κύπρος συμμορφώνεται με τους κανόνες του ΣΣΑ». Όμως για το 2018, η Επιτροπή κρούει το καμπανάκι του κινδύνου και προβλέπει ότι «ο ρυθμός αύξησης των δημοσίων δαπανών θα υπερβαίνει το επιτρεπόμενο όριο οπόταν θα υπάρχει κίνδυνος απόκλισης από το ΜΔΣ».